επικυδής

Όνομα ιστορικών προσώπων. 1. Ο Ευφημίδου (τέλη 6ου αι. π.Χ.). Αθηναίος δημαγωγός, σύγχρονος του Θεμιστοκλή. Ο Πλούταρχος (Βίος Θεμιστοκλέους VI, 20-30) τον θεωρεί δειλό και φιλόδοξο. 2. Καρχηδόνιος στρατηγός (τέλη 3ου αι. π.Χ.). Ο πατέρας του ήταν από τις Συρακούσες. Διακρίθηκε με τον αδελφό του, Ιπποκράτη, στην Ισπανία και στην Ιταλία, όπου συμπολέμησαν με τον Αννίβα. Μετά τον θάνατο του Ιέρωνα, εστάλη με τον αδελφό του στις Συρακούσες για να συνάψει συμμαχίες, αλλά η δολοφονία του Ιερώνυμου τους εμπόδισε να φέρουν σε πέρας την αποστολή τους. Κατόρθωσαν, όμως, να ξεσηκώσουν τους Σικελούς εναντίον των Ρωμαίων, κυρίευσαν τις Συρακούσες και αμύνθηκαν εκεί εναντίον του Ρωμαίου στρατηγού Μάρκελλου. Ο Ιπποκράτης πέθανε το 212, ο Ε. όμως εξακολούθησε τον αγώνα μέχρι το 210, οπότε κατόρθωσε να σωθεί φεύγοντας στην Καρχηδόνα.
* * *
ἐπικυδής, -ές (Α)
(συνήθως συγκρ. έπικυδέστερος, -α, -ον)
1. ένδοξος, επιφανής
2. λαμπρός, πετυχημένος («ἐπικυδέστερα τὰ πράγματα θἄτερ’ ἐποίησεν», Ισοκρ.).
[ΕΤΥΜΟΛ. < επί + κύδος «δόξα»].

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • Ἐπικύδης — masc acc pl (attic epic doric) Ἐπικύδης masc nom/voc pl (doric aeolic) Ἐπικύδης masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Ἐπικύδεος — Ἐπικύδης masc gen sg (epic doric ionic aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Ἐπικύδην — Ἐπικύδης masc acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Ἐπικύδους — Ἐπικύδης masc gen sg (attic epic doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Ἐπίκυδες — Ἐπικύδης masc voc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐπικυδέστερον — ἐπικῡδέστερον , ἐπικυδής glorious adverbial comp ἐπικῡδέστερον , ἐπικυδής glorious masc acc comp sg ἐπικῡδέστερον , ἐπικυδής glorious neut nom/voc/acc comp sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • κύδος — (I) κύδος, ὁ (Α) ονειδισμός, βρισιά. [ΕΤΥΜΟΛ. Πρόκειται πιθ. για υποχωρητ. σχηματισμό από το κυδάζομαι]. (II) κῡδος, τὸ (Α) 1. δόξα, φήμη, ιδίως αυτή που αποκτά κάποιος στον πόλεμο («ὡς γὰρ θεὸς ναῶν ἔδωκε κῡδος Ἕλλησιν μάχης», Αισχύλ.) 2. ως… …   Dictionary of Greek

  • ἐπικυδεστέρας — ἐπικῡδεστέρᾱς , ἐπικυδής glorious fem acc comp pl ἐπικῡδεστέρᾱς , ἐπικυδής glorious fem gen comp sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐπικυδεστέρων — ἐπικῡδεστέρων , ἐπικυδής glorious fem gen comp pl ἐπικῡδεστέρων , ἐπικυδής glorious masc/neut gen comp pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐπικυδεστέρως — ἐπικῡδεστέρως , ἐπικυδής glorious masc acc comp pl (doric) ἐπικῡδεστέρως , ἐπικυδής glorious comp …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.